ἐρωτογράφος

ἐρωτο-γράφος [pron. full] [ᾰ], ον,
A for writing of love,

μέτρον AP7.421.10

(Mel.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτογράφος — ἐρωτογράφος, ον (Α) φρ. «μέτρον ἐρωτογράφον» ερωτικά ποιήματα …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτογράφον — ἐρωτογράφος for writing of love masc/fem acc sg ἐρωτογράφος for writing of love neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.